Ο όρος «ναρκωτικά» δεν είναι ο πιο κατάλληλος για να αποδώσει τις διάφορες ουσίες που περιλαμβάνει εννοιολογικά. Ορισμένες από αυτές, όπως η κοκαΐνη και οι αμφεταμίνες, είναι κατ΄ εξοχήν διεγερτικές και όχι κατασταλτικές - ναρκωτικές ουσίες. Πολλοί ειδικοί επιστήμονες χρησιμοποιούν τον όρο «εξαρτησιογόνες ουσίες», στις οποίες όμως ανήκουν τόσο ο καπνός όσο και το οινόπνευμα που δημιουργούν ισχυρή εξάρτηση. Από την άλλη, πολλοί αμφισβητούν αν τα πιο διαδεδομένα ναρκωτικά, η μαριχουάνα και το χασίς, προκαλούν βιολογική εξάρτηση.

Στη συνείδηση του περισσότερου κόσμου τα ναρκωτικά είναι παράνομες ουσίες που λαμβάνονται για να προκαλέσουν ευφορία αλλά έχουν σημαντικές τοξικές παρενέργειες στον ανθρώπινο οργανισμό. Ούτε αυτή η αντίληψη ανταποκρίνεται, όμως, στην πραγματικότητα. Στη διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας πολλά ναρκωτικά ήταν νόμιμα, ενώ τα τελευταία χρόνια η αποποινικοποίηση ορισμένων ουσιών υιοθετείται με αυξανόμενο ρυθμό. Επίσης, η τοξικότητα ορισμένων ναρκωτικών εξαρτάται από τη δοσολογία, από τις συνθήκες λήψης, από τη συνέργια με άλλες ουσίες. Με βάση τις παραπάνω διαπιστώσεις, ο όρος «ναρκωτικά» θα έπρεπε να περιοριστεί στις νόμιμες ή παράνομες ουσίες, χημικής ή φυτικής προέλευσης, οι οποίες είναι δυνατόν να προκαλέσουν φυσική, διανοητική και συναισθηματική αλλοίωση.

Σε κάθε όμως περίπτωση, τα ναρκωτικά αποτελούν μείζον πρόβλημα υγείας στη σύγχρονη εποχή, με σοβαρές επιπτώσεις στη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα (ειδικά των νέων), αλλά και με σημαντικές κοινωνικές και οικονομικές προεκτάσεις, πολλές από τις οποίες επιτείνονται από το ισχύον καθεστώς παρανομίας στην παραγωγή, διακίνηση και χρήση τους.

Με βάση τη φαρμακολογική τους δράση, τα ναρκωτικά θα μπορούσαν να ταξινομηθούν σε τέσσερις μεγάλες κατηγορίες:

* Στα ψευδαισθησιογόνα ή παραισθησιογόνα (χασίς, μαριχουάνα, LSD, κ.ά.).
* Στα διεγερτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (κοκαΐνη, αμφεταμίνη, κ.ά.)
* Στα κατασταλτικά του κεντρικού νευρικού συστήματος (ηρεμιστικά και υπνωτικά χάπια, κ.ά.)
* Στα οπιούχα (όπιο, ηρωίνη, μορφίνη, κ.ά.)

Σύμφωνα δε με την έκθεση της ερευνητικής επιτροπής του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου του 1992, οι εξαρτησιογόνες ουσίες, με την ευρεία έννοια του όρου ταξινομούνται σε έξι κατηγορίες ανάλογα με την τοξικότητα της δράσης τους.

Η κατανάλωση ναρκωτικών τις τελευταίες δεκαετίες παρουσιάζει διεθνώς σημαντική έξαρση. Στις δεκαετίες του 1960 και του 1970 υπήρξε σημαντική αύξηση της κατανάλωσης χασίς και μαριχουάνας, ενώ στις δεκαετίες του 1980 και 1990 αυξήθηκε η κατανάλωση πιο «σκληρών» ναρκωτικών, όπως της ηρωίνης και της κοκαΐνης. Σύμφωνα με έκθεση του Ευρωπαϊκού Κέντρου Παρακολούθησης Ναρκωτικών και Τοξικομανίας, η κάνναβη αποτελεί το πλέον διαδεδομένο παράνομο ναρκωτικό στην Eυρωπαϊκή Ένωση. Υπολογίζεται ότι 1-9% του ενήλικου πληθυσμού και το 20% των νέων είχε κάμει χρήση κάνναβης κατά τη διάρκεια του 1998. Οι αμφεταμίνες αποτελούν το δεύτερο πιο διαδεδομένο παράνομο ναρκωτικό στις περισσότερες χώρες (1-9% του ενήλικου πληθυσμού, περίπου 6% των νέων). Σε ό,τι αφορά την κοκαΐνη, παρατηρείται μέτρια αλλά σταθερή αύξηση της χρήσης της, ενώ για την ηρωίνη αναφέρεται αύξηση σε ορισμένες μόνο χώρες. Εθισμό στα οπιούχα παρουσιάζει μόνο το 0,2-0,3% του πληθυσμού της Ε.Ε., ποσοστό που θεωρείται σχετικά χαμηλό.

Στην Ελλάδα, ο αριθμός των εξαρτημένων από ναρκωτικά ατόμων ανέρχεται, σύμφωνα με τον ΟΚΑΝΑ, σε 50.000-70.000 άτομα. Το πιο διαδεδομένο παράνομο ναρκωτικό και στην Ελλάδα είναι η κάνναβη. Επίσης, οι θάνατοι από χρήση ενδοφλέβιας ηρωίνης από 71 που ήταν το 1991 έφτασαν τους 239 το 1998. Ο αριθμός αυτός αποτελεί σαφώς υποεκτίμηση του προβλήματος, αφού ορισμένοι θάνατοι δεν καταγράφονται ενώ δεν συνυπολογίζονται οι θάνατοι από ηπατίτιδες, AIDS, κ.τ.λ. που προκλήθηκαν από τη χρήση ναρκωτικών.

Σύμφωνα με πρόσφατη έκθεση της Γαλλικής Ακαδημίας Επιστημών, νόμιμες και παράνομες εξαρτησιογόνες ουσίες προκαλούν διαφορετικού βαθμού βλάβη στους νευρώνες και στις δομές του εγκεφάλου. Μεγαλύτερες βλάβες προκαλούν η κοκαΐνη, τα οπιούχα, ορισμένα χημικά («έκσταση», κ.ά.), καθώς και τα οινοπνευματώδη σε μεγάλες δόσεις. Λιγότερες βλάβες προκαλούν τα παραισθησιογόνα, οι αμφεταμίνες, τα αγχολυτικά και υπνωτικά φάρμακα, ενώ η κάνναβη, που ανήκει στην κατηγορία αυτή, είναι λιγότερο επιβλαβής.

Τα περισσότερα ναρκωτικά όταν καταναλώνονται τακτικά προκαλούν εξάρτηση. Εξάρτηση είναι η κατάσταση εκείνη κατά την οποία ο ανθρώπινος οργανισμός αποκτά ανάγκη/επιθυμία για τη συνέχιση λήψης της εξαρτησιογόνου ουσίας, με σκοπό είτε να επανεκδηλωθούν οι επιδράσεις της, είτε να αποφευχθούν οι δυσάρεστες συνέπειες από την έλλειψή της. Πολλοί διακρίνουν την εξάρτηση σε ψυχική και σωματική. Η ψυχική εξάρτηση αποτελεί περισσότερο διάθεση για αναπαραγωγή της ευφορίας που προκαλούν τα ναρκωτικά. H σωματική ή βιολογική εξάρτηση είναι αποτέλεσμα της προσαρμογής του οργανισμού στη λήψη μιας ουσίας, που εκδηλώνεται με έντονες σωματικές διαταραχές όταν διακόπτεται η χορήγηση. Οι διαταραχές αυτές συνιστούν το σύνδρομο αποστέρησης ή στερητικό σύνδρομο, με ιδιαίτερα συμπτώματα για κάθε είδος ναρκωτικού, τα οποία υποχωρούν όταν χορηγηθεί η συγκεκριμένη ουσία ή άλλη με ανάλογη φαρμακευτική δράση.

Επίσης, ορισμένα από τα ναρκωτικά που προκαλούν σωματική εξάρτηση επιφέρουν στον οργανισμό ανοχή. Η ανοχή αποτελεί προσαρμοστική κατάσταση με μειούμενη ανταπόκριση στη λήψη της ίδιας δοσολογίας, γεγονός που οδηγεί σε συνεχή αύξηση της δόσης. Τέλος, με τον όρο τοξικομανία ορίζεται η κλινική έκφραση της εξάρτησης, ενώ τοξικομανής χαρακτηρίζεται κάθε άτομο που έχει αναπτύξει εξάρτηση.

Γ.Κ. Τούντας, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Διευθυντής Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής