Τα οινοπνευματώδη ποτά χρονολογούνται από την 6η χιλιετία π.Χ. στην Περσία, όπου κατανάλωναν συστηματικά ένα βαρύ είδος ζύθου. Στην αρχαία Ελλάδα ευδοκιμούσε το σιτάρι, το αμπέλι, η ελιά. Όσοι δεν έτρωγαν ψωμί και δεν έπιναν κρασί, θεωρούνταν βάρβαροι. Ο κύκλωπας Πολύφημος, όντας άγριος, αγνοούσε το κρασί και τρεφόταν μόνο με κρέας και γαλακτοκομικά. Οι πολιτισμένοι έπιναν κρασί, όχι όμως άκρατο. Ο Ησίοδος και ο Πλούταρχος, θεωρούσαν ιδανική την αναλογία νερού και κρασιού 3 προς 1. Ποτά με υψηλή συγκέντρωση οινοπνεύματος παρήχθησαν για πρώτη φορά με τη χρήση της απόσταξης από τους Αλχημιστές.

Όμως, το οινόπνευμα (αιθυλική αλκοόλη ή αιθανόλη), αν και είναι το παλαιότερο και πιο διαδεδομένο νόμιμο ναρκωτικό, σε μεγάλες ποσότητες αποτελεί σοβαρό παράγοντα κινδύνου, που σχετίζεται με πολλές παθολογικές καταστάσεις (σωματικές και ψυχικές) και με σοβαρά κοινωνικά προβλήματα. Η νομιμότητα, βέβαια, του οινοπνεύματος δεν είναι δεδομένη. Η ποτοαπαγόρευση στις ΗΠΑ στη δεκαετία του 1920, ή η απαγόρευση που ισχύει για τους περισσότερους μουσουλμάνους, καθιστούν τη κατανάλωση του οινοπνεύματος αρκετά αμφιλεγόμενο θέμα. Ειδική επιτροπή του Βασιλικού Κολεγίου Ψυχιάτρων της Μ. Βρετανίας επισημαίνει ότι το οινόπνευμα, όπως και οι άλλες ψυχοδραστικές ουσίες, έχουν θεωρηθεί από ορισμένες κυβερνήσεις και κοινωνίες σημαντική απειλή για τη δημόσια τάξη και ηθική, ενώ από άλλες αβλαβής πηγή απόλαυσης. Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα περιγράφονται αναλυτικά οι διαδικασίες της σωστής οινοποσίας, αλλά δεν απουσιάζουν και οι αναφορές στις δυσμενείς της συνέπειες, όπως πονοκεφάλους, κ.ά.. Επίσης, η Παλαιά Διαθήκη αναφέρεται στις απολαύσεις από τη μετριοπαθή κατανάλωση οινοπνεύματος, αλλά και στις δυσάρεστες επιπτώσεις της μέθης.

Οι επιπτώσεις από την κατανάλωση οινοπνεύματος δεν επιβαρύνουν μόνο τον πότη, αλλά και το άμεσο κοινωνικό του περιβάλλον. Επίσης, η εξάπλωση των μηχανικών μέσων μεταφοράς (αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες, κ.ά.), καθώς και της αυτοματοποιημένης εργασίας, διευρύνουν το πεδίο των επιπτώσεων που μπορεί να έχουν τα οινοπνευματώδη ποτά. Ένας άλλος επιβαρυντικός παράγοντας είναι η κατανάλωση φαρμάκων, πολλά από τα οποία συνεργούν με τη δράση του οινοπνεύματος. Ορισμένα από αυτά, καθώς και ορισμένες χημικές ουσίες, γίνονται ιδιαίτερα επικίνδυνα όταν καταναλώνονται μαζί με οινόπνευμα.

Από έρευνες σχετικές με τη θνησιμότητα και την κατανάλωση οινοπνεύματος έχει διαπιστωθεί ότι στους χρόνιους πότες η θνησιμότητα είναι σχεδόν τριπλάσια απ΄ ό,τι στους μη πότες. Στον Καναδά υπολογίστηκε ότι το 6% του συνόλου των θανάτων για τα άτομα ηλικίας 1-70 ετών οφειλόταν στην αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος, ενώ στις ΗΠΑ το ποσοστό αυτό εκτιμάται σε 8%.

Οι τρεις βασικότερες αιτίες θανάτου που σχετίζονται με τα οινοπνευματώδη ποτά είναι τα κακοήθη νεοπλάσματα, τα εγκεφαλικά επεισόδια και η κίρρωση του ήπατος. Από τα αποτελέσματα 150 περίπου επιδημιολογικών μελετών προκύπτει ότι ο σχετικός κίνδυνος θανάτου (απ΄ όλα τα αίτια) για όσους πίνουν σε σχέση με αυτούς που δεν πίνουν, είναι 1.1 όταν η κατανάλωση κυμαίνεται από 3-4 ποτά ημερησίως, ενώ αυξάνεται στο 1.4 περίπου, όταν τα ημερήσια ποτά ξεπερνούν τα 6.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός, ότι η μικρή έως μέτρια κατανάλωση οινοπνεύματος (1,5 έως 30 γρ. ημερησίως ) σχετίζεται με μικρότερη θνησιμότητα σε σύγκριση με τους μη πότες (σχετικός κίνδυνος 0.9).

Σε ό,τι αφορά τα κοινωνικά προβλήματα που δημιουργεί ή επιδεινώνει η κατανάλωση οινοπνεύματος, πιο συχνά αναφέρονται η διατάραξη των συζυγικών και οικογενειακών σχέσεων, τα προβλήματα στην εργασία (αύξηση των απουσιών από την εργασία, αύξηση των εργατικών ατυχημάτων, μείωση της παραγωγικότητας), καθώς και η επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης του ατόμου και ο κοινωνικός στιγματισμός. Στη Μ. Βρετανία η αυξημένη κατανάλωση οινοπνεύματος θεωρείται η αιτία για το 60% των αποπειρών αυτοκτονίας, το 30% των διαζυγίων, το 40% της ενδοοικογενειακής βίας, και το 20% της κακοποίησης παιδιών. Επίσης, έχει διαπιστωθεί ότι το 44% της συνολικής άσκησης βίας οφείλεται στο οινόπνευμα.

Από τα νοσήματα που σχετίζονται με την υπέρμετρη κατανάλωση οινοπνεύματος πιο συχνά εμφανίζονται η αλκοολική γαστρίτιδα, το πεπτικό έλκος και η κίρρωση του ήπατος, ενώ ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στην αύξηση των καρδιαγγειακών νοσημάτων, των κακοηθών νεοπλασμάτων και των ψυχιατρικών διαταραχών.

Η ποσότητα οινοπνεύματος που μπορεί να βλάψει τον ανθρώπινο οργανισμό διαφέρει από άτομο σε άτομο, ανάλογα με τη φυσική αντοχή, καθώς και με την ύπαρξη ή μη άλλων επιβαρυντικών παραγόντων. Επίσης, για κάθε κατηγορία παθολογικών καταστάσεων μεταβάλλεται και η αντίστοιχη ποσότητα οινοπνεύματος που απαιτείται για την πρόκλησή τους.

Η ελάχιστη ημερήσια ποσότητα χρόνιας κατανάλωσης οινοπνεύματος που θεωρείται βλαβερή δεν έχει καθοριστεί με ακρίβεια. Πάντως, η ποσότητα αυτή είναι αρκετά λιγότερη από 120 γρ., πιθανόν και λιγότερη από 60 γρ. (ορισμένοι ερευνητές, ειδικά για τις ηπατοπάθειες, αναφέρουν ως τοξική δόση τα 35 γρ. ημερησίως) 1. Οι ποσότητες αυτές, μεταφρασμένες σε ποτά, έχουν οδηγήσει στη διατύπωση της άποψης ότι το όριο της εβδομαδιαίας κατανάλωσης δεν πρέπει να ξεπερνάει τα 14 ποτά για τις γυναίκες και τα 21 ποτά για τους άνδρες. Ο κίνδυνος για τις γυναίκες, είναι μεγαλύτερος, γιατί ο γυναικείος οργανισμός περιέχει σημαντικά μικρότερη ποσότητα νερού από τον ανδρικό. Έτσι, όταν οι γυναίκες καταναλώνουν την ίδια ποσότητα, το οινόπνευμα φτάνει σε πολύ υψηλότερη συγκέντρωση στο αίμα τους.

Βέβαια, υπάρχουν και περιπτώσεις (κυρίως όταν απαιτείται μεγάλη συγκέντρωση και συντονισμός κινήσεων, όπως στην οδήγηση, στο χειρισμό πολύπλοκων μηχανημάτων, στην κολύμβηση, κ.ά) κατά τις οποίες η κατανάλωση οινοπνεύματος πρέπει να αποφεύγεται τελείως. Επίσης, το εβδομαδιαίο όριο είναι σαφώς μικρότερο στις έγκυες γυναίκες, καθώς και στα άτομα που πάσχουν από ορισμένες παθήσεις, ή λαμβάνουν ορισμένα φάρμακα.

Τα άτομα που πίνουν χωρίζονται σε: περιστασιακούς πότες, τακτικούς πότες μικρών ποσοτήτων, τακτικούς πότες μεγάλων ποσοτήτων, και αλκοολικούς.

Ο ορισμός του αλκοολικού παλαιότερα περιλάμβανε τα άτομα που πίνουν συστηματικά μεγάλες ποσότητες και «χάνουν τον έλεγχο». Τα τελευταία χρόνια, ο όρος αναφέρεται στα άτομα εκείνα που καταναλώνουν αρκετό οινόπνευμα ώστε να προκληθούν παθολογικές αλλοιώσεις στον οργανισμό τους. Επίσης, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι ο χαρακτηρισμός αλκοολικός θα πρέπει να αποφεύγεται και να προτιμάται ο όρος «άτομο εξαρτημένο από την αιθυλική αλκοόλη». Η εξάρτηση αυτή πιθανότατα επηρεάζεται και από γενετικούς παράγοντες. Άλλά άτομα μπορούν να ελέγχουν την κατανάλωση οινοπνεύματος, ενώ άλλα έχουν την τάση να αυξάνουν την κατανάλωση χωρίς να λαμβάνουν κάποιο προειδοποιητικό σήμα τοξικότητας από τον οργανισμό τους. Σε κάθε περίπτωση όμως, πρόκειται για νόσο του σύγχρονου πολιτισμού. Όπως και με το κάπνισμα, ο μύθος της «ελεύθερης επιλογής» κλονίζεται από τις ισχυρές κοινωνικές και πολιτισμικές επιδράσεις και από τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα που βρίσκονται πίσω από την παραγωγή και διακίνηση των οινοπνευματωδών ποτών στη σύγχρονη εποχή. Εξάλλου, οι περισσότεροι ξεκινούν το ποτό ως κοινωνική συνήθεια που "επιβάλλεται" από τις παρέες, ή από τον κοινωνικό περίγυρο.

Υπάρχουν δύο τουλάχιστον διαφορετικοί τύποι εξάρτησης από την αιθυλική αλκοόλη. Ο τύπος Ι, που συνήθως τον συναντάμε σε άτομα και των δύο φύλων άνω των 25 ετών, προκαλεί κυρίως ψυχολογική εξάρτηση και ενοχές. Ο τύπος ΙΙ, που επικρατεί περισσότερο στους άνδρες άνω των 25 ετών και σπάνια στις γυναίκες, χαρακτηρίζεται από αδυναμία αποχής από το οινόπνευμα, και συχνά από επιθετική και αντικοινωνική συμπεριφορά. Για τα περισσότερα, όμως, νοσήματα που σχετίζονται με το οινόπνευμα, ο τρόπος κατανάλωσης δεν φαίνεται να παίζει ιδιαίτερο ρόλο. Οι κρίσιμοι παράγοντες είναι η χρονική διάρκεια της κατανάλωσης και η συνολική ποσότητα που καταναλώθηκε στο διάστημα αυτό.

Η κατανάλωση οινοπνεύματος είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη διεθνώς, με αυξητικές τάσεις τα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερα στους νέους. Στις περισσότερες αναπτυγμένες χώρες η κατά κεφαλήν κατανάλωση οινοπνευματωδών ποτών για το 1993 κυμαίνονταν από 6 έως 13 lt. Στην Ευρώπη οι αλκοολικοί υπολογίζονται σε 40 εκατ., ενώ περίπου 320 εκατ. ευρωπαίοι παρουσιάζουν προβλήματα υγείας εξαιτίας του οινοπνεύματος. Σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat, η Ελλάδα παρουσίαζε κατά κεφαλήν κατανάλωση 8,7 lt. και καταλάμβανε την 8η θέση μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, με πρώτο το Λουξεμβούργο (14,8 lt.). Η Ελλάδα κατέχει επίσης μια από τις πρώτες θέσεις παγκοσμίως ως προς το ρυθμό αύξησης της κατανάλωσης μπίρας.

1Ένα ή δύο ποτά αυξάνουν τη συγκέντρωση του οινοπνεύματος στο αίμα σε 50 χιλιοστόγραμμα ανά 100 χιλιοστόλιτρα αίματος (50mg%), που αποτελεί και το νόμιμο



Γ.Κ. Τούντας, Αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής Πανεπιστημίου Αθηνών
Διευθυντής Ινστιτούτου Κοινωνικής και Προληπτικής Ιατρικής