"Παντέρμη" Κρήτη

 

ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ

Ο αστικός πληθυσμός ασχολείται με το εμπόριο, τη βιοτεχνία, την αναπτυσσόμενη βιομηχανία και τον τουρισμό, που
την τελευταία δεκαετία διαδραματίζει πρωτεύοντα ρόλο στην οικονομική ανάπτυξη του νησιού. Σ' αυτό συντέλεσαν αρκετοί παράγοντες, μεταξύ των οποίων τα πλούσια αρχαιολογικά ενδιαφέροντα, το καλό κλίμα, οι ωραίες παραλίες, οι καθαρές θάλασσες, οι φιλόξενοι κάτοικοι και η ποικιλία του φυσικού περιβάλλοντος.
Συγχρόνως όμως έγιναν αξιόλογα έργα υποδομής, χτίστηκαν μεγάλες μονάδες υψηλών προδιαγραφών και γενικά δόθηκε ώθηση στον τομέα αυτό, έτσι ώστε η Κρήτη σήμερα να είναι ένα σημαντικότατο τουριστικό κέντρο με διεθνή απήχηση.
Αρκετοί κάτοικοι στην ύπαιθρο ασχολούνται με τη γεωργία και την κτηνοτροφία, ενώ στα παραθαλάσσια ασχολούνται με την αλιεία. Ιδιαίτερη έμφαση έχει δοθεί στο να γίνονται οι εργασίες με σύγχρονες μεθόδους και μηχανήματα ώστε να υπάρχει η μεγαλύτερη δυνατή απόδοση. Η επεξεργασία των αγροτοκτηνοτροφι-κών προϊόντων και η τυποποίηση τους απασχολεί σημαντικό αριθμό εργαζομένων.
Δεν λείπουν όμως και οι παραδοσιακές ασχολίες που ασκούνται παράλληλα με κάποιο επάγγελμα. Υπάρχουν ακόμα γυναίκες που έχουν στα σπίτια τους αργαλειούς και υφαίνουν τα ζωηρόχρωμα υφαντά, κι άλλες που κεντούν τα όμορφα κρητικά κεντήματα.
Η πανάρχαια τέχνη του πηλού εξακολουθεί να παράγει αξιόλογα χειροτεχνήματα, μια και οι σημερινοί ντόπιοι τεχνίτες δουλεύουν το εύπλαστο υλικό τους επάξια με τους Μινωίτες.
Ο τρύγος το Σεπτέμβρη είναι μια ανοιχτή, υπαίθρια γιορτή για τους τρυγητάδες.

 

Αρκετοί κάτοικοι στα παραθαλάσσια ασχολούνται με την αλιεία.

Μερικοί Κρητικοί φτιάχνουν ακόμη τη δική τους ρακή ή τσικουδιά, που πίνεται "μονορούφι" από μικρά ποτηράκια - τα ρακοπότηρα-. Ζεσταίνει και θεραπεύει τα πάντα... Είναι φτιαγμένη από μούρα (μουρνορακή) και χρησιμοποιείται και σαν οινόπνευμα στη λαϊκή θεραπευτική.
Οι γυναίκες στα χωριά "πήζουν" τις μυζήθρες και τον ευωδιαστό ανθότυρο και φτιάχνουν πολλές νόστιμες πίτες.
Γενικά η ζωή στην Κρήτη του σήμερα, παρά τους γοργούς ρυθμούς που επέβαλε η ανάπτυξη και η βιομηχανοποίηση, εξακολουθεί  ιδιαίτερα έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα  να διατηρεί την ανθρωπιά της και τη γαλήνη των παλιών, καλών καιρών.

Παραδοσιακό εργαστήρι αγγειοπλαστικής.

Παράλληλα, οι πόλεις σφύζουν από ζωή, η ύπαιθρος ευημερεί, οι τέχνες, τα γράμματα και οι επιστήμες ανθούν, το πολιστικό επίπεδο ανυψώνεται. Σ' αυτό συντέλεσε σημαντικά η ίδρυση του Πανεπιστημίου και του Πολυτεχνείου της Κρήτης, που παραρτήματα τους λειτουργούν στο Ηράκλειο, το Ρέθυμνο και τα Χανιά και του Τεχνικού Εκπαιδευτικού Ιδρύματος στο Ηράκλειο και τα Χανιά.
Η πολιτιστική δραστηριότητα είναι έντονη στο νησί. Διοργανώνονται εκθέσεις, θεατρικές παραστάσεις, μουσικές εκδηλώσεις, σεμινάρια και συνέδρια με μεγάλη απήχηση και συμμετοχή του κόσμου.
Έτσι η κρητική κουλτούρα αναζωπυρώνεται κι ίσως σήμερα να μην έχει να επιδείξει έναν Θεοτοκόπουλο, έναν Καζαντζάκη ή έναν Ελευθέριο Βενιζέλο γιγάντιες μορφές της καλλιτεχνικής, πνευματικής και πολιτικής ιστορίας του τόπου, αλλά, πιστεύουμε ότι το έδαφος είναι πρόσφορο κι ευνοεί τη δημιουργία σ' όλους τους τομείς.
Οι ορίζοντες είναι ανοιχτοί για ένα μέλλον εξίσου δημιουργικό με το παρελθόν.

Στο νησί υπάρχουν ακόμα γυναίκες που έχουν στα σπίτια τους

αργαλειούς και υφαίνουν τα ζωηρόχρωμα κρητικά υφαντά.

Μερικοί κρητικοί φτιάχνουν ακόμα την δική τους ρακί ή τσικουδιά.

ΛΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Ο πλούσιος λαϊκός πολιτισμός της Κρήτης που κληρονομήθηκε και επιβίωσε στις μέρες μας ή - σε ορισμένες εκδηλώσεις του - μέχρι τον προηγούμενο αιώνα, χαρακτηρίζεται από μια πιστή και έντονη προσκόλληση στα αρχαία ελληνικά και βυζαντινά πρότυπα και αποτελεί εμφανώς τη φυσιολογική συνέχεια εκείνων μέσα στο χρόνο. Όμως, όπως ήταν φυσικό, έχει δεχθεί και την επίδραση των λαών που έζησαν για πολλά χρόνια στο νησί.
Έτσι, έχουμε βυζαντινές εκκλησίες δίπλα σε βενετσιάνικα μέγαρα που συνυπάρχουν με τούρκικα κτίσματα.
Παράλληλα, εκπλήσσει η ομοιότητα εργαλείων και σκευών οικιακής χρήσης, που χρησιμοποιούνταν μέχρι πριν λίγα χρόνια στα χωριά, με ανάλογα αντικείμενα μινωικής εποχής που ήρθαν στο φως με τις ανασκαφές.
Επίσης, συγκεκριμένες εκδηλώσεις της ανθρώπινης ζωής θυμίζουν αντίστοιχες πολλούς αιώνες πίσω. Για παράδειγμα, οι νεκροί θρηνούνται ακόμα στα κρητικά χωριά όπως και την εποχή του Ομήρου.
Ο πολιτισμός και οι παραδόσεις του κρητικού λαού πηγάζουν από την αρχαία Ελλάδα και φθάνουν μέχρι τους νεότερους χρόνους διασταυρούμενα καθοδόν με ξένα στοιχεία, που αναπτύσσονται στον ίδιο χώρο και προσαρμόζονται στην τοπική πραγματικότητα.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ

Αξιοπρόσεχτο χαρακτηριστικό της οίκησης στο νησί είναι η θέση των τριών βασικών πόλεων (Χανιά, Ρέθυμνο, Ηράκλειο) στα βόρεια παράλια - για να ελέγχουν το Αιγαίο - και σε τοποθεσίες που ήταν κατοικημένες από την αρχαιότητα, έτσι ώστε η αλυσίδα της οικιστικής εξέλιξης να είναι αρραγής.
Εκτός από τις μεγάλες πόλεις το νησί έχει πολλά χωριά και οικισμούς (μόνιμους και εποχιακούς - μετόχια). Στην πλειοψηφία τους τα χωριά και οι οικισμοί είναι ορεινοί ή ημιορεινοί (μέχρι 800 μέτρα υψόμετρο και ακόμα μεγαλύτερο για τα μετόχια).
Τα σπίτια στους ορεινούς οικισμούς είναι διατεταγμένα αμφιθεατρικά στις πλαγιές ή τις κορυφές λόφων και, κατ' αυτό τον τρόπο, δημιουργείται ένα φυσικό οχυρό για προφύλαξη από τις πειρατικές επιδρομές. Η αμφιθεατρική διάταξη ακολουθεί το σχήμα του λόφου και αναπτύσσεται με κέντρο την εκκλησία, την πλατεία και το καφενείο. Η δόμηση είναι τις περισσότερες φορές πυκνή και συνεχής - όπως γενικά στους οχυρούς οικισμούς, όπου κύριο μέλημα είναι η προστασία από τους πειρατές -και αλλού αραιή και ελεύθερη. Οι οικισμοί - αρμονικά δεμένοι με το περιβάλλον - λόγω της θέσης τους πάνω στο ύψωμα είναι χωρισμένοι σε τρεις γειτονιές: Πανωχώρι, Μεσοχώρια και Κατωχώρι.
Οι παραθαλάσσιοι οικισμοί ήταν ελάχιστοι μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, λόγω της μάστιγας των πειρατικών επιδρομών που ανάγκαζε τους κατοίκους να συγκεντρώνονται στις μεγάλες οχυρωμένες πόλεις ή στο εσωτερικό του νησιού, σε όσο το δυνατόν πιο απρόσιτους και οχυρούς από τη φύση τους τόπους. Μετά το τέλος του 19ου αιώνα πραγματοποιήθηκε ο εποικισμός παλιών ερημωμένων βενετσιάνικων παραλιακών θέσεων - Άγιος Νικόλαος (Castle Mirambello), Σητεία, Παλαιοχώρα (Selino), Πάνορμο (Castle Milopotamo).

Στα χωριά και τις κωμοπόλεις ακόμα συναντάμε

άνδρες με το κεφαλομάντιλο και τις ψηλές μπότες

Οι περισσότεροι παραθαλάσσιοι οικισμοί δημιουργήθηκαν τα τελευταία χρόνια με την ανάπτυξη του τουρισμού. Τα κτίσματα μέσα σ' αυτούς τους μοντέρνους οικισμούς είναι δημιουργήματα της σύγχρονης αρχιτεκτονικής αντίληψης που προσπαθεί να συνδυάσει την άνεση με την παράδοση και να τα εναρμονίσει με το φυσικό περιβάλλον. Σ' ένα βαθμό ο στόχος αυτός έχει επιτευχθεί, χωρίς, δυστυχώς, να λείπουν ορισμένες κακοτεχνίες και αυθαίρετες επεμβάσεις στο χώρο.
Οι Βενετοί και οι Τούρκοι κατακτητές έβαλαν τη σφραγίδα της επιρροής τους στην αρχιτεκτονική του νησιού. Από το 15ο αιώνα έως τον 17ο, που είναι εποχή ειρήνης και ευημερίας για την Κρήτη κατασκευάζονται τα σημαντικότερα κτίσματα της κρητικής αναγεννησιακής αρχιτεκτονικής, μιας αρχιτεκτονικής επηρεασμένης από τη δυτική αναγεννησιακή τεχνοτροπία, αλλά προσαρμοσμένης στις ανάγκες της κρητικής κοινωνίας και τις τοπικές συνθήκες.
Η "Γαληνότατη Δημοκρατία της Βενετίας" από τα πρώτα χρόνια της κατάκτησης της Κρήτης αισθάνεται την ανάγκη αρχικά να οχυρώσει και να διασφαλίσει την πολυτιμότατη κτήση της από τους διάφορους επιδρομείς και κατόπιν να την κοσμήσει με μεγαλόπρεπα δημόσια κτίρια και πολυτελείς κατοικίες αξιωματούχων, μεταφέροντας κατ' αυτό τον τρόπο, το γόητρο και την αίγλη της στο κατακτημένο νησί. Για τους σκοπούς αυτούς μετακαλεί έμπειρους Ιταλούς μηχανικούς γνωστότερος είναι ο Michele Sanmicheli- που αναλαμβάνουν τη σχεδίαση και την εκτέλεση των έργων: οχύρωση της Κάντιας  που τα τείχη της κτίζονταν για 100 ολόκληρα χρόνια , οχύρωση του Ρεθύμνου, Φορτέτσα Ρεθύμνου, οχύρωση Χανίων.

Φραγκοκάστελλο.

Εκτός από την πρωταρχική θωράκιση των βασικών λιμανιών, η άμυνα του νησιού ενισχύεται με μια σειρά φρουρίων (Castelli) που χτίζονται σε τοποθεσίες στρατηγικής σημασίας (Καστέλια Γραμβούσας, Σπιναλόγκας, Φραγκοκάστελλου).
Αξιόλογο δείγμα της αναγεννησιακής κρητικής αρχιτεκτονικής είναι οι πύργοι των Βενετών φεουδαρχών, που βρίσκονται σκορπισμένοι στην κρητική ύπαιθρο, απ' όπου οι ιδιοκτήτες τους έλεγχαν το φέουδο και τους κολίγους τους.
Αν τα οχυρωματικά έργα, τα καστέλια και οι βενετσιάνικοι πύργοι είναι δείγματα δύναμης και εξουσίας, τα παλάτια, οι κρήνες, οι λότζες, τα ρολόγια, οι πλατείες, τα μνημεία στο Ηράκλειο, το Ρέθυμνο και τα Χανιά είναι δείγματα μεγαλοπρέπειας και αρχοντιάς. Η αναγεννησιακή αρχιτεκτονική επηρέασε την αρχιτεκτονική των κατοικιών, των εκκλησιών και των μοναστηριών (Μονή Αρκαδίου, Μονή Αγίας Τριάδας στο Ακρωτήρι).
Στο Ρέθυμνο και τα Χανιά διατηρούνται βενετσιάνικες γειτονιές με αστικά σπίτια, από τα λιγοστά δείγματα που σώζονται στον ελλαδικό χώρο.
Επίσης, στην ύπαιθρο συναντάμε αρκετές κατοικίες - πύργους, βίλες και αγροτικά βενετσιάνικα σπίτια. Τέλος, οι παλιές πέτρινες λαξεμένες πύλες, τα λιοτρίβια, τα αγροτικά σπίτια με δώμα ή με στέγη διατηρούνται σε αρκετά κρητικά χωριά.

Δείγμα Κρητικής Αρχιτεκτονικής

Το αστικό σπίτι αποτελείται από κατώγι (ισόγειο), μετζάο (μεσοπάτωμα) και ανώγι (όροφο). Έχει συνήθως εσωτερική αυλή και αναπτύσσεται σε σχήμα Γ ή Π γύρω της. Η είσοδος του είναι σκεπαστή και πάνω της βρίσκεται ο όροφος. Στο κατώγι υπήρχαν οι αποθήκες και οι βοηθητικοί χώροι. Το μετζάο το χρησιμοποιούσε ο ιδιοκτήτης σαν επαγγελματική στέγη, ενώ το ανώγι ήταν η κυρίως κατοικία της αστικής οικογένειας. Περιελάμβανε τη σάλα, τα υπνοδωμάτια (κάμερες) και τους βοηθητικούς χώρους. Χαρακτηριστικά των σπιτιών αυτών είναι οι "πορτέλες" (κεντρικές πόρτες) και τα παράθυρα με τα λαξευτά πέτρινα πλαίσια που φέρουν επιγραφές ή διακόσμηση. Επίσης οι πέτρινες σκαλιστές κουτσουνάρες (υδρορρόες για να φεύγουν τα νερά από την επίπεδη ταράτσα του δώματος), η πέτρινη σκάλα κ.ά. Οι Πύργοι των Βενετών φεουδαρχών είναι, δείγματα φρουριακής αρχιτεκτονικής με τετράγωνο σχήμα, παχείς πέτρινους τοίχους, αρκετό ύψος, με ισόγειο και δύο ορόφους. Έχουν μικρά και λιγοστά ανοίγματα και πέτρινη εξωτερική σκάλα.
Το λαϊκό αγροτικό κρητικό σπίτι είναι απλό, κυβικό, με λίγα ανοίγματα. Τα υλικά που χρησιμοποιούνται για την κατασκευή του - πέτρα, ξύλο, χώμα -είναι ελάχιστα επεξεργασμένα και του δίνουν ένα αυστηρό και λιτό χαρακτήρα, αλλά και μια μορφή προσωρινότητας. Προσαρμοσμένο τέλεια στο περιβάλλον, γίνεται ένα μ' αυτό, αφού το γκρίζο της πέτρας του και της πλαγιάς πάνω στην οποία είναι χτισμένο ταυτίζονται. Αργότερα άρχισαν να ασβεστώ-νουν τα σπίτια τους οι Κρητικοί, αλλά και να τα βάφουν στο χρώμα της ώχρας, το γαλάζιο ή το ροζ, κυρίως στους οικισμούς που επικρατούν νεοκλασικά στοιχεία.

Στοιχεία από την τοπική λαϊκή αρχιτεκτονική.

Στην πιο απλή μορφή του είναι μονόχωρο με δώμα και συγκεντρώνει όλες τις λειτουργίες. Έχει γωνιακό τζάκι που χρησιμεύει για μαγείρεμα και θέρμανση. Συχνά υπάρχει ένα πατάρι για τον ύπνο, ο σοφάς, και ο χώρος κάτω απ' αυτόν χρησιμοποιείται σαν αποθήκη. Το δώμα κατασκευάζεται με επιμήκη ξύλα και όταν χρειάζεται να αυξηθεί το πλάτος ή το μήκος του σπιτιού προστίθεται ένα ξύλινο μεσοδόκι για να στηρίξει το δώμα.
Σε μεταγενέστερες μορφές το ξύλινο μεσοδόκι αντικαθίσταται από ένα πέτρινο ημικυκλικό τόξο, την καμάρα. Έτσι δημιουργείται το κρητικό καμαρόσπιτο που το συναντάμε σ' ολόκληρη την Κρήτη.
Η καμάρα χωρίζει το σπίτι σε δύο μέρη.
Καθώς το καμαρόσπιτο εξελίσσεται, προστίθεται άλλη μια καμάρα κατά μήκος ή πλάτος και δημιουργείται το δικάμαρο σπίτι.
Στην πιο προηγμένη του μορφή προστίθενται κι άλλα κτίσματα σε σχήμα Γ και σε τελική μορφή καταλήγει να γίνει διώροφο. Ο τύπος αυτός συναντάται κυρίως στη Χώρα Σφακιών και στα παραθαλάσσια χωριά της ίδιας επαρχίας. Τα κτίσματα είναι περισσότερο προσεγμένα με ξύλινα χωρίσματα στον όροφο, μεγαλύτερα κουφώματα βαμμένα σε έντονα χρώματα, σο6αντισμένα και ασβεστωμένα.
Στο δυτικό κυρίως τμήμα του νησιού τα σπίτια έχουν κεραμοσκεπές, είναι συνήθως διώροφα, με εσωτερική, ξύλινη σκάλα που στον όροφο  τον οντά, όπου βρίσκονται τα υπνοδωμάτια  κλείνει με καταπακτή.
Η αυλή όταν υπάρχει περιστοιχίζεται από ψηλούς μαντρότοιχους και κλείνεται με χαρακτηριστική τοξωτή εξώθυρα.
Τα ανοίγματα είναι μεγάλα και περιβάλλονται από πελεκημένα πέτρινα πλαίσια που στο πάνω μέρος έχουν πέτρινα γείσα για να προφυλάσσονται από τη βροχή. Όλα αυτά τα στοιχεία, καθώς επίσης και οι πωρόλιθοι που ενισχύουν τις γωνιές των κτιρίων και τα τοξωτά υπέρθυρα υποδηλώνουν μια έντονη βενετσιάνικη επίδραση πάνω στη λαϊκή αρχιτεκτονική του τόπου.

Στοιχεία από την τοπική λαϊκή αρχιτεκτονική.

 

Την εποχή της τουρκοκρατίας το αστικό σπίτι στις πόλεις Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά και Σητεία πλουτίζεται μ' ένα νέο στοιχείο: ένα κλειστό, ξύλινο εξώστη στον όροφο, "το σαχνισί" που είναι συνήθως προσθήκη σε παλιότερα βενετσιάνικα κτίρια.
Στα δημιουργήματα της λαϊκής αρχιτεκτονικής περιλαμβάνονται ακόμη νερόμυλοι, ανεμόμυλοι, φάμπρικες και φούρνοι.
Αυτές είναι οι κυριότερες μορφές των κρητικών σπιτιών. Η εξέλιξη τους από τους απλούστερους στους πιο σύνθετους τύπους υπογραμμίζει την ανέλιξη της κοινωνικής ζωής στο νησί και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σαν βάση για τη μελέτη της.
Η κρητική παραδοσιακή αρχιτεκτονική είναι ένα μέρος της κοινωνικής και πολιτιστικής ιστορίας του τόπου με μεγάλο ενδιαφέρον. Τα δείγματα της που έχουν απομείνει είναι πολυτιμότατα και πρέπει να φυλαχθούν "ως κόρη οφθαλμού".

Τοπική παραδοσιακή φορεσιά.

ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Τα κρητικά τραγούδια μπορούν να χαρακτηριστούν σαν παγκρήτια, που τραγουδιούνται σ' όλο το νησί, και τοπικά. Στα πρώτα ανήκουν οι μαντινάδες (δίστιχα δεκαπεντασύλλαβα, με ερωτικό κυρίως περιεχόμενο, αλλά και σατιρικό, ιστορικό, κοινωνικό κλπ.). Κύριο χαρακτηριστικό τους είναι ο αυτοσχεδιασμός, που πολλές φορές καταλήγει σ' έναν ποιητικό αγώνα μεταξύ τραγουδιστών και λυράρη.
Παγκρήτια τραγούδια επίσης είναι οι ρίμες, που τις συνθέτουν οι ριμαδόροι. Αποτελούνται από δεκαπεντασύλλαβους ομοιοκατάληκτους στίχους με αφηγηματική μορφή και ιστορικό, κοινωνικό ή ερωτικό περιεχόμενο.
Στην κατηγορία των τοπικών τραγουδιών ανήκουν τα ριζίτικα, τραγούδια της Δυτικής Κρήτης. Τόπος δημιουργίας τους είναι οι υπώρειες - ρίζες - των Λευκών Ορέων. Τα ριζίτικα διακρίνονται σε τραγούδια της τάβλας και σε τραγούδια της στράτας. Τα πρώτα τα τραγουδούν σαν τους βυζαντινούς ψαλ-τάδες, χωρίς όργανα, καθιστοί γύρω από το τραπέζι (τάβλα), σε χαρμόσυνες εκδηλώσεις. Τα δεύτερα τα τραγουδούν με μουσική στο δρόμο (στράτα) π.χ. όταν πηγαίνουν να πάρουν τη νύφη από το σπίτι της για το γάμο.
Στην Κρήτη επίσης ακούγονται σε τοπική παραλλαγή και με τοπικό ιδίωμα αρκετά τραγούδια πανελλήνια: ακριτικά, ιστορικά, του Κάτω Κόσμου κ.ά.
Ακόμα έχουν γίνει δημοφιλή και τραγουδιούνται συχνά αποσπάσματα από τον Ερωτόκριτο και άλλα έργα της κρητικής λογοτεχνίας

ΧΟΡΟΙ

Μουσική, τραγούδι, χορός, άρρηκτα δεμένα, αποτελούν ζωτικά, εκφραστικά μέσα για τον Κρητικό, τρόπο εκδήλωσης της εκρηκτικής του ιδιοσυγκρασίας. Με το χορό, ιδιαίτερα, που έχει μπει βαθιά στην κοινωνική ζωή του τόπου από τα πανάρχαια χρόνια, ο κρητικός λαός εξωτερικεύει τη λεβεντιά και την αγάπη του για τη ζωή, τον αγέρωχο και ανεξάρτητο χαρακτήρα του.
Οι παραδοσιακοί κρητικοί χοροί έχουν τις ρίζες τους στην αρχαιότητα και θεωρούνται εξέλιξη του λατρευτικού λα6υ-ρινθιακού χορού που ο Θησέας μετέφερε στην ηπειρωτική Ελλάδα, όπου και χορευόταν σε ανάμνηση της νίκης του πάνω στον Μινώταυρο. Οι στροφές και τα τσακίσματα του θύμιζαν τον Λαβύρινθο.
Σήμερα, Σύλλογοι και χορευτικά συγκροτήματα, όχι μόνο στην Κρήτη, αλλά και σ' ολόκληρη την Ελλάδα, διατηρούν ζωντανές τις μνήμες και δεν αφήνουν να χαθεί το πολύτιμο αυτό κομμάτι της κρητικής ζωής. Έτσι διασώθηκαν και χορεύονται ακόμη πέντε βασικοί χοροί με τις τοπικές παραλλαγές τους.
α) Σιγανός: Λέγεται και χορός του Θησέα. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες με τα χέρια πλεγμένα στους ώμους και αποτελεί την εισαγωγή στον πεντοζάλη. Τα βήματα του μοιάζουν μεν με αυτά του πεντοζάλη, αλλά είναι απαλά, σιγανά και συνοδεύονται από τους σχεδόν ψι-θυριστούς ήχους της λύρας και του λαούτου. Ο πρωτοχορευτής φαίνεται σαν να σέρνει τη σφιχτοδεμένη ανθρώπινη αλυσίδα, προσπαθώντας να την οδηγήσει έξω από τον Λαβύρινθο, στη σωτηρία.
β) Πεντοζάλης: Πήρε το όνομα του από τα πέντε βασικά του βήματα, τα ζάλα, όπως τα λένε οι Κρητικοί, που επαναλαμβανόμενα γίνονται δέκα. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες πιασμένους από τους ώμους, με χέρια τεντωμένα σε ανοιχτό κύκλο. Χορός ενθουσιώδης, πηδηχτός, πολεμικός, που αναδεικνύει τη λεβεντιά των χορευτών του και δίνει την ευκαιρία για πολλούς αυτοσχεδιασμούς και θεαματικά σάλτα του πρωτο-χορευτή, κάτω από τους ζωηρούς ήχους της δροντόλυρας και του λαούτου.

Οι νέοι της Κρήτης χορεύουν ακόμα τους

παραδοσιακούς χορούς του νησιού τους.

γ) Συρτός: Ονομάζεται και Χανιώτικος. Είναι χορός πανελλήνιος. Στην Κρήτη χορεύεται σε τοπική παραλλαγή. Οι χορευτές, άντρες και γυναίκες, πιασμένοι χέρι-χέρι στο ύψος του ώμου, σέρνουν αργά τα βήματα τους σε ανοιχτό κύκλο. Οι κινήσεις τους είναι απλές, ελεγχόμενες, ομοιόμορφες.
δ) Καστρινός: Οφείλει το όνομα του στο Μεγάλο Κάστρο, το Ηράκλειο. Λέγεται ακόμα και πηδηχτός από τα νευρικά άλματα και τις αεράτες φιγούρες του και Μαλε6ιζιώτικος από την επαρχία Μαλεβιζίου. Είναι καθαρά αντρικός χορός και αποτελείται από οκτώ βήματα με κατεύθυνση προς το κέντρο του κύκλου και άλλα οκτώ προς τα πίσω.
ε) Σούστα: Λέγεται έτσι από το ρυθμικό ανεβοκατέβασμα του κορμιού και τις απαλές αιωρήσεις. Χορεύεται από άντρες και γυναίκες αντικριστά κι έχει ερωτικό χαρακτήρα. Το ζευγάρι πλησιάζει και χωρίζεται με χαριτωμένες ρυθμικές κινήσεις. Αποτελείται από έξι ελαφρώς πηδηχτά βήματα που επαναλαμβανόμενα γίνονται δώδεκα.
Υπήρχαν ακόμα κι άλλοι κρητικοί χοροί - απανωμερίτης, κατσιμπαρδιανός, πυρρίχιος κλπ. - που δυστυχώς έχουν πάψει από χρόνια να χορεύονται. Σώζονται μόνο στις μνήμες των γεροντότερων και τα αρχεία των μελετητών της κρητικής λαϊκής παράδοσης.

ΛΑΪΚΗ ΤΕΧΝΗ

Οι Κρητικοί, εκτός από την επίδοση τους στους χορούς και τα τραγούδια, φημίζονται για τις καλλιτεχνικές τους τάσεις και τη δεξιοτεχνία τους στην κατασκευή διάφορων χειροτεχνημάτων, τα περισσότερα από τα οποία ήταν είδη καθημερινής χρήσης που ο λαϊκός τεχνίτης τα έφτιαχνε με ένα ιδιαίτερο μεράκι για να τα χρησιμοποιήσει, να τα χαρεί η να τα πουλήσει. Έτσι έχουμε επαγγελματίες και ερασιτέχνες τεχνίτες. Οι γυναίκες ασχολούνται με την υφαντική, την κεντητική και την καλαθοπλεκτι-κή, ενώ οι άνδρες με την ξυλογλυπτική, την κατασκευή λαϊκών οργάνων, τη μα-χαιροποιια και την καλαθοπλεκτική.
Οι παραδοσιακές αυτές ασχολίες, είτε με επαγγελματικό σκοπό ασκούνται είτε ερασιτεχνικά, απασχολούν όλο και λιγότερους ανθρώπους και μερικές μάλιστα τείνουν να εκλείψουν.
α) Υφαντική
Σε κάθε χωριάτικο σπίτι ξεχωριστή θέσει κατείχε ο αργαλειός. Τα κρητικά υφαντά διακρίνονται για το "κρουστό φάσιμο", δηλαδή τη σφιχτή ύφανση, την αρμονία των χρωμάτων και την καλαίσθητη διακόσμηση (ξόμπλια ή πλουμιά).
Το χρώμα που επικρατεί στα τοπικά υφαντά είναι το κόκκινο, ενώ τα πλου-μιά είναι πολύχρωμα και οι ύλες βαμβάκι, μαλλί, λινάρι, μετάξι, ανάλογα με το είδος και τη χρήση τους.
Οι γυναίκες έβαφαν μόνες τα νήματα χρησιμοποιώντας φυτικές βαφές - ρίζες φυτών, φύλλα, λουλούδια, καρπούς, φλοιούς δέντρων κ.ά. - ή ακόμα μου-τζούρα από το τζάκι και λουλάκι - συνήθως για το βάψιμο του υλικού για την ύφανση της ανδρικής βράκας.

Η διαδικασία της βαφής ήταν πολύπλοκή και απαιτούσε πολύ χρόνο και εμπειρία. Έτσι γινόταν από παρέες γυναικών που δούλευαν, κουβέντιαζαν και τραγουδούσαν συγκεντρωμένες σε κάποιο σπίτι ή αυλή, ενώ συγχρόνως οι πιο πεπειραμένες έδειχναν την τέχνη στις νεότερες.
Τα κρητικά υφαντά ήταν κυρίως είδη καθημερινής χρήσης, απαραίτητα για το χωριάτικο νοικοκυριό ή την ένδυση:
πατανίες και χράμια (είδη κλινοσκεπα-σμάτων), σεντόνια, πέτσες (πετσέτες), τραπεζομάντιλα. Ακόμη ντρου6άδες (σάκοι), προσώμια (πολύχρωμα υφαντά που τα έβαζαν στον ώμο τους οι γυναίκες για ν' ακουμπήσουν το σταμνί με το νερό), μπροστοποδιές, φασκιές (για να φασκιώνουν τα μωρά), δρακοζώνες, για την ανδρική φορεσιά κ.ά. πολλά είδη.
β) Κεντητική
Οι γυναίκες της Κρήτης, εκτός από τον αργαλειό, ασχολούνταν - και πολλές ασχολούνται ακόμη - με το κέντημα. Με τους κατάλληλους χρωματικούς συνδυασμούς και τις αρμονικές συνθέσεις των σχημάτων δημιουργούν πραγματικά αριστουργήματα. Γνωστά είναι τα ρεθυμνιώτικα κεντήματα με τη χαρακτηριστική κρητική ή ρεθυμνιώτικη βελονιά που είναι εργασμένα με υπομονή και γούστο.
γ) Αγγειοπλαστική
Η τέχνη του πηλού έχει τις ρίζες της στα μινωικά χρόνια. Σημαντικά κέντρα αγγειοπλαστικής ήταν η Χαλέπα στα Χανιά, οι Μαργαρίτες στο Ρέθυμνο και το Κεντρί στην Ιεράπετρα. Το πιο γνωστό όμως ήταν το θραψανό στο Ηράκλειο, του οποίου οι κάτοικοι από τα χρόνια των Ενετών ήταν τσουκαλάδες. Κατασκεύαζαν κυρίως πιθάρια που θυμίζουν έντονα τα μινωικά και χρησίμευαν για την αποθήκευση του λαδιού. Ακόμα έφτιαχναν και άλλα μικρότερα είδη για χρήση στο σπίτι (λεκάνες, σταμνιά κλπ.).
Σήμερα, υπάρχουν κεραμίστες που ασχολούνται με το διακοσμητικό είδος.
δ) Καλαθοπλεκτική
Με υλικά που αφθονούν στη χλωρίδα του νησιού, οι Κρητικοί - όχι μόνο οι καλαθοπλέκτες, αλλά και πολλοί χωρικοί που γνώριζαν την τέχνη - έπλεκαν καλάθια για διάφορες αγροτικές και καθημερινές χρήσεις: κόφες για τη μεταφορά των σταφυλιών κατά τον τρύγο, σταροκοφινίδες για αποθήκευση καρπών, τουπιά (καλούπια) για το πήξιμο του τυριού, ψωμοκοφινίδες για να διατηρούν το ψωμί κ.ά.
ε) Μαχαιροποιία
Στα Χανιά και το Ηράκλειο υπήρχαν πολλά εργαστήρια μαχαιροποιίας, μερικά από τα οποία διατηρούνται και σήμερα. Τα κρητικά παραδοσιακά μαχαίρια είναι γνωστά για την κομψότητα, την όμορφη διακόσμηση τους και την ανθεκτικότητα. Έχουν μονοκόμματη λεπίδα από ατσάλι με μία κόψη, λα6ή από κέρατο ζώου και θήκη από ξύλο με εξωτερική επένδυση από δέρμα.
Στα ασημένια μαχαίρια η θήκη είναι από ασήμι σκαλισμένο με διάφορα λαϊκά μοτίβα.
στ) Ξυλογλυπτική
Οι παλιοί ξυλόγλυπτες (ταγιαδόροι) ασχολούνταν κυρίως με την εκκλησιαστική τέχνη. Σκάλιζαν τέμπλα, προσκυ-νητάρια, άμβωνες, κηροπήγια, και άλλα έργα με ανατολική επίδραση, που κοσμούσαν τις εκκλησίες. Ένας κλάδος της ξυλογλυπτικής ήταν και η κατασκευή λαϊκών οργάνων. Σήμερα υπάρχουν ελάχιστοι τέτοιοι τεχνίτες, σε αρκετά όμως, ορεινά κυρίως, μέρη προικισμένοι ερασιτέχνες φτιάχνουν μικρά κομψοτεχνήματα (κουτάλια, πιρούνια, σφραγίδες για τα πρόσφορα, λύρες και διάφορα άλλα αντικείμενα).

Εργόχειρα από το Ιστορικό Μουσείο Ηρακλείου.

Ο ΓΑΜΟΣ

Στα χωριά της Κρήτης, σύμφωνα με τους παραδοσιακούς οικογενειακούς θεσμούς, ήταν απαραίτητη η έγκριση των γονιών και μάλιστα του πατέρα για την τέλεση του γάμου. Έτσι το ζευγάρι συνήθως ζητούσε την άδεια και την ευχή τους.
Προηγείται το λογόστεμμα (τελετή της μνηστείας) που γινόταν στο σπίτι της νέας, όπου ιερουργούσε ο ιερέας και κατόπιν συντασσόταν το προυκοχάρτι (προικοσύμφωνο).
Οι γάμοι γίνονταν συνήθως Κυριακές ή άλλες γιορτινές μέρες, ποτέ όμως Τρίτη, Τετάρτη ή Μάιο μήνα.
Μερικές μέρες πριν το γάμο οι καλεσμένοι έστελναν τα κανίσκια (δώρα), συνήθως κρασί, λάδι, τυρί, κρέας.
Πριν την τελετή, επίσης, μεταφέρονταν τα προικιά, που ήταν κυρίως υφαντά, κεντήματα, σεντόνια και είδη οικιακής χρήσης, από το σπίτι της νύφης στο σπίτι του γαμπρού, όπου έμενε συνήθως το νεαρό ζευγάρι. Ήταν φορτωμένα πάνω σε άλογα και συνοδεύονταν από τους ήχους της λύρας, τα τραγούδια και τους πυροβολισμούς των συγγενών και των φίλων που ακολουθούσαν τη χαρούμενη πομπή.
Το μυστήριο γινόταν με τους τύπους της εκκλησίας και στη συνέχεια οι νεόνυμφοι έσερναν το χορό στον περίβολο με όργανα και τραγούδια του γάμου συνοδευόμενοι από τους καλεσμένους τους.
Ο χορός συνεχιζόταν στο σπίτι. Πριν μπει στο σπίτι η νύφη έκανε το σχήμα του σταυρού με μέλι στο ανώφλι και τις παραστάδες της πόρτας, πατούσε πάνω σε υνί ή προβιά προβάτου και έσπαγε ένα ρόδι στην είσοδο. Όλα αυτά ήταν συμβολικά και αποσκοπούσαν στο να γίνει η ζωή του ζευγαριού γλυκιά σαν το μέλι, γερή και παραγωγική σαν το υνί, ήρεμη σαν το πρόβατο, γόνιμη και γεμάτη αφθονία σαν τα σπυριά του ροδιού. Μετά οι νεόνυμφοι κάθονταν στον παστό - έναν καναπέ στολισμένο με λουλούδια και συμβολικά κλαδιά - και οι καλεσμένοι τους τραγουδούσαν τα παστικά, τραγούδια με τα οποία επαινούσαν τις χάρες τους. Ακολουθούσε φαγοπότι και χορός που συνεχιζόταν και τις δύο επόμενες μέρες.
Πολλά από τα έθιμα του κρητικού γάμου αναβιώνουν στις μέρες μας σε αρκετά χωριά του νησιού.

Παραδοσιακός πετρόχτιστος φούρνος.

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΗ ΚΟΥΖΙΝΑ

Σε μεγάλες θρησκευτικές γιορτές και σταθμούς της κοινωνικής ζωής οι Κρητικές νοικοκυρές ζύμωναν, στόλιζαν κι έψηναν με μεγάλη φροντίδα και τέχνη ειδικά παραδοσιακά ψωμιά: Τα χριστόψωμα ή σταυρόψωμα ήταν τα χριστουγεννιάτικα ψωμιά, αβγοκουλούρες ή λαμπροκουλούρες λέγανε τα πασχαλιάτικα, φτάζυμα τα ψωμιά που έφτιαχναν της Παναγίας, στις 15 Αυγούστου. Υπήρχαν επίσης ψωμιά του γάμου, της βάφτισης κ.ά. Ήταν πλουμάτα, δηλαδή στολισμένα με διάφορα μοτίβα από ζύμη και γι' αυτό αποτελούν μια ενδιαφέρουσα μορφή λαϊκής τέχνης.
Με στάρι αλεσμένο στο χερόμυλο έφτιαχναν τον χοντρό που τον χρησιμοποιούσαν σε πολλά φαγητά και κυρίως στην παρασκευή ενός είδους σούπας.
Από το κρητικό τραπέζι δεν λείπουν οι ντόπιες ελιές και το τυρί, τα άγρια χόρτα με ωμό λάδι για σαλάτα και τα όσπρια. Αντιπροσωπευτικά κρητικά φαγητά είναι: οι χοχλιοί (σαλιγκάρια), κρέας οφτό (μεγάλα κομμάτια αρνιού ή κατσικιού ψημένα στα κάρβουνα), γίδα βραστή, στάκα (από βούτυρο γάλακτος και αλεύρι), σφακιανή τούρτα (αρνί με μυζήθρα και φύλλο ψημένο στο φούρνο), καλιτσούνια (μικρές πίτες με χειροποίητο φύλλο, γεμισμένες με ανθότυρο, τηγανισμένες σε λάδι).
Το χειμώνα έφτιαχναν λουκάνικα, ομα-θιές ή τσιλαδιά (πηχτή) από χοιρινό κρέας.
Το φαγητό συνοδεύεται από το γνήσιο κρητικό κρασί που το βρίσκει κανείς σε διάφορες τοπικές ποικιλίες. Επίσης χαρακτηριστικό τοπικό ποτό είναι η ρακή ή τσικουδιά, δυνατό οινοπνευματώδες που παρασκευάζεται από εκλεκτά μούρα.
Σήμερα, σ' ολόκληρο το νησί βρίσκεις ταβέρνες που σερβίρουν παραδοσιακά κρητικά φαγητά, μεζέδες,


 

 

 

web development and hosting by Hostsun Web Services