Από την αρχαιότητα έως σήμερα

Νεολιθική Εποχή (6.000-2.600 π.Χ.)

Κάπου στο μακρινό παρελθόν, η ιστορία διαδέχεται το μύθο, τα όρια τους όμως είναι συγκεχυμένα. Οι μακρόχρονες συστηματικές αρχαιολογικές έρευνες στο νησί ανακάλυψαν στοιχεία που βεβαιώνουν για την ύπαρξη ζωής στην Κρήτη από την 6η χιλιετία π.Χ.(Νεολιθική Εποχή 6.000-2.600 π.Χ.). Τα λιγοστά λείψανα φανερώνουν ότι ο νεολιθικός άνθρωπος της Κρήτης, όπως και στην υπόλοιπη ανατολική Μεσόγειο, χρησιμοποίησε τα σπήλαια σαν κατοικία του, αλλά είχε και μόνιμα σπίτια, ζούσε από τη γεωργία και την κτηνοτροφία, γνώριζε την ταφή των νεκρών, χρησιμοποιούσε εργαλεία από πέτρα, κόκαλο ή οψιανό της Μήλου και σκεύη από πηλό.

Μινωική Εποχή (2.600-1.100 π.Χ.)

Αναπαράσταση της "Τοιχογραφίας της πομπής" απο το ανάκτορο της Κνωσού.

Ο Άγγλος αρχαιολόγος Αrthur Εvans, που ανάσκαψε το παλάτι του μυθικού βασιλιά Μίνωα στην Κνωσό, χαρακτήρισε μ' αυτό το όνομα την εποχή και το μοναδικό πολιτισμό που αναπτύχθηκε στη διάρκεια της. Ο Μινωικός Πολιτισμός εμφανίζεται, ακμάζει και παρακμάζει μέσα σε μια χρονική περίοδο 1.500 ετών που ονομάζεται Μινωική Εποχή και παρουσιάζει τρεις φάσεις, τις οποίες ο ίδιος ο Εν&ηβ ορίζει: α) Πρωτομινωική (2.600-2.000 π.Χ.), 6) Μεσομινωική (2.000-1.600 π.Χ.) και γ) Υστερομινωική (1.600-1.100 π.Χ.).

Θεά των όφεων: είδωλο απο φαγεντιανή.

Οι λόγοι που συντέλεσαν ώστε να αναπτυχθεί στο νησί ο πρώτος σημαντικός πολιτισμός της Ευρώπης είναι:
α) Η σπουδαία γεωγραφική θέση της Κρήτης, ανάμεσα σε τρεις ηπείρους και η γειτνίαση της με τόπους όπου από πολύ παλιά είχαν αναπτυχθεί αξιόλογοι πολιτισμοί (Αίγυπτος, Μεσοποταμία, Φοινίκη, Παλαιστίνη, Μικρά Ασία).
6) Η σχετικά εύκολη επικοινωνία της με το γύρω νησιωτικό χώρο (Κυκλαδίτες -Κυκλαδικός Πολιτισμός), γ) Το εύφορο έδαφος της και το καλό της κλίμα, σημαντικοί παράγοντες για την ευημερία των κατοίκων της. δ) Η επικράτηση μακρόχρονης ειρήνης, που είχε σαν επακόλουθο την ενασχόληση των Κρητών με ειρηνικά έργα και την πρόοδο τους στο εμπόριο και τις τέχνες.
Γύρω στην 3η χιλιετία οι Κρήτες ανέπτυξαν τη ναυτιλία. Με τα καράβια τους ταξίδεψαν στη Μεσόγειο και δημιούργησαν σχέσεις με τους λαούς των κοντινών περιοχών (Αίγυπτος, Συρία, Μεσοποταμία) και με τους Κυκλαδίτες. Από τις επαφές τους αυτές το βιοτικό τους επίπεδο ανυψώθηκε, η καλλιέργεια της γης βελτιώθηκε, τα εργαλεία, τα όπλα και τα σκεύη τους τελειοποιήθηκαν και ο μινωικός πολιτισμός ανέτειλε.
Γύρω στο 1.900 π.Χ. γνωρίζει μεγάλη άνθηση. Τότε ιδρύονται τα πρώτα ανάκτορα στην Κνωσό, τη Φαιστό, τα Μάλια, τις Αρχάνες, τη Ζάκρο και την Κυδωνία, πράγμα που σημαίνει ότι στη μινωική Κρήτη έχουμε βασιλείς που συγκεντρώνουν στα χέρια τους την εξουσία. Την ίδια εποχή ακμάζει η ναυτιλία και το εμπόριο, ιδρύονται αποικίες (Μήλος - Κύθηρα) και οι εμπορικές ανταλλαγές με την Κύπρο, την Αίγυπτο και τη Συρία είναι συστηματικές. Η μινωική θαλασσοκρατορία γνωρίζει μεγάλη δόξα και παράλληλα συντελείται αξιόλογη καλλιτεχνική άνθηση μέσα στο νησί, ενώ η ειρηνική διαβίωση των Μινωιτών είναι γεγονός, πράγμα που συμπεραίνεται από την έλλειψη οχυρώσεων.

Ταυροκαθάψια. Μιά απο τις σημαντικότερες τοιχογραφίες που κοσμούσε το παλάτι της Κνωσού.
Αξιοσημείωτη είναι η συμμετοχή γυναικών στο αγώνισμα αυτό.

Κοντά στα 1.700 μια μεγάλη συμφορά, πιθανόν οφειλόμενη σε καταστροφικό σεισμό, πλήττει το νησί. Τα πάντα ισοπεδώνονται, οι Μινωίτες όμως γρήγορα ορθοποδήσουν και ξαναχτίζουν τα ανάκτορα και τα σπίτια τους με περισσή πολυτέλεια.
Η περίοδος 1.700-1.450 π.Χ. είναι η πιο λαμπρή για το μινωικό πολιτισμό. Η Κρήτη ελέγχει σχεδόν όλο τον Αιγαιακό χώρο, καθώς και πολλά κέντρα της ηπειρωτικής Ελλάδας.
Αλλά το 1.450 π.Χ. περίπου και ενώ βρίσκεται στο ζενίθ της δόξας και της δύναμης της δέχεται νέο, ανεπανόρθωτο αυτή τη φορά, πλήγμα. Τώρα δεν είναι ο Εγκέλαδος, αλλά το μανιασμένο ξέσπασμα του ηφαιστείου της θήρας, που χτυπάει το νησί και προκαλεί μεγάλες καταστροφές. Ακολουθεί εισβολή των Αχαιών που καταλαμβάνουν την Κνωσό και επιβάλλουν την κυριαρχία τους.

Τοιχογραφία που κοσμούσε το παλάτι της Κνωσού.

Λίγο αργότερα καταστρέφεται ολοσχερώς το ανάκτορο της Κνωσού, πιθανόν κατά τη διάρκεια σύγκρουσης μεταξύ των Αχαιών της ηπειρωτικής Ελλάδας και των εγκατεστημένων στην Κρήτη, όπου οι πρώτοι αναδεικνύονται νικητές. Μετά απ' αυτά τα δυσάρεστα συμβάντα ο πολιτισμός παρακμάζει και περιορίζεται στα στενά όρια του νησιού, μέχρις ότου η Κρήτη καταλαμβάνεται από τους Δωριείς, γύρω στο 1.100 π.Χ.

Ζωή - θρησκεία - Τέχνη στη Μινωική Κρήτη

Οι Μινωίτες ανήκαν στη μεσογειακή φυλή. Είχαν μέτριο ανάστημα, λεπτό σώμα, δέρμα, μαλλιά και μάτια σκούρα. Το γεγονός ότι υπήρχαν πολλά ανάκτορα δείχνει ότι η Κρήτη ήταν χωρισμένη διοικητικά σε αρκετά τμήματα, καθένα με ξεχωριστό άρχοντα, χωρίς όμως να υπάρχουν διαμάχες μεταξύ των διαφόρων τμημάτων, πράγμα που πιθανόν σημαίνει την υπεροχή του βασιλιά της Κνωσού, που όλοι τον αναγνώριζαν. Το μεγαλύτερο μέρος της εύφορης γης εκμεταλλεύονταν οι βασιλικές οικογένειες, οι άρχοντες και οι αξιωματούχοι και το καλλιεργούσε ένας περιορισμένος αριθμός δούλων. Μικρές καλλιεργήσιμες εκτάσεις ανήκαν και στους απλούς πολίτες που ήταν συνήθως τεχνίτες (οπλουργοί, κεραμείς, χρυσοχόοι) και δούλευαν στα εργαστήρια των ανακτόρων. Πολλοί Μινωίτες επίσης ήταν ναυτικοί και υπηρετούσαν στα πολυάριθμα καράβια με τα οποία οι βασιλιάδες, κατά κύριο λόγο, διεξήγαν το πλουτοφόρο εμπόριο. Η θέση της γυναίκας στη μινωική Κρήτη ήταν σημαντική. Οι Μινωίτισσες λάβαιναν μέρος σε δημόσιες συγκεντρώσεις, θρησκευτικές τελετές, ακόμα και σε αθλήματα με εντυπωσιακές αμφιέσεις και πολύπλοκα χτενίσματα, όπως παρατηρούμε στις τοιχογραφίες των ανακτόρων, σε διάφορες διακοσμήσεις αγγείων και σε γλυπτά και όπως διαφαίνεται από τη θρησκεία που απευθυνόταν σε γυναικείο πάνθεο, σχετιζόμενο με τη φύση και τη γονιμότητα.
Οι θεότητες λατρεύονταν σε ειδικά διαμορφωμένους ιερούς χώρους, σε σπήλαια, κορυφές βουνών και στο ύπαιθρο.
Τα ιερά σύμβολα και ζώα της μινωικής θρησκείας ήταν ο ταύρος, το φίδι, τα διπλά κέρατα, ο διπλός πέλεκυς κ.ά.
Πολλές και μεγαλοπρεπείς τελετουργίες που περιελάμβαναν θυσίες και αγωνίσματα με ταύρους (ταυροκαθάψια) οργανώνονταν σε προκαθορισμένο χρόνο από το ιερατείο, που κεφαλή του ήταν ο βασιλιάς της Κνωσού.
Οι Μινωίτες τιμούσαν ξεχωριστά τους νεκρούς τους. Οι τάφοι που ανασκάφηκαν ήταν θολωτοί και λαξευτοί θαλαμωτοί, αλλά πολλές ταφές γίνονταν σε ρωγμές της γης, σε μικρές σπηλιές και σε παραλίες. Τοποθετούσαν τους νεκρούς πάνω σε ξύλινα φορεία ή σε σαρκοφάγους από ξύλο, πηλό ή πέτρα και έβαζαν κοντά τους τα κτερίσματα - διάφορα χρήσιμα και αγαπημένα τους αντικείμενα.

Μουσείο Σητείας. Πινακίδα Γραμμικής Α'.

Οι Μινωίτες αρχικά χρησιμοποιούσαν ένα είδος γραφής που μοιάζει με την ιερογλυφική της Αιγύπτου, όπου κάθε γράμμα συμβολίζεται με ένα ζώο ή αντικείμενο. Στη συνέχεια χρησιμοποίησαν τη "Γραμμική Α'" που αποτελείται από απλοποιημένα σχήματα και τέλος, μετά το 1.450 π.Χ. και την επικράτηση των Αχαιών, καθιερώθηκε η "Γραμμική Β". Η αποκρυπτογράφηση της τελευταίας το 1952 από τους Άγγλους Μ. νβητπδ και "Ι. Οη&ά\νί(:κ απέδειξε ότι την εποχή αυτή μιλούσαν στην Κνωσό την ίδια (ελληνική) γλώσσα, που μιλούσαν και οι Αχαιοί. Το κορυφαίο δημιούργημα των Μινωιτών που αποτελεί και το επιστέγασμα του πολιτισμού τους, συντελέστηκε στο χώρο της Τέχνης και διακρίνεται για την πρωτοτυπία, την κομψότητα και τη ζωντάνια του, αφού τα περισσότερα θέματα είναι παρμένα από την καθημερινή ζωή και τη φύση. Μέσω λοιπόν των καλλιτεχνημάτων αυτών αντλούμε πληροφορίες για τη ζωή, τη διοίκηση, τις ασχολίες, τη θρησκεία, τις λατρευτικές και νεκρικές τελετουργίες στη μινωική Κρήτη. Ιδιαίτερη άνθηση γνώρισε η αρχιτεκτονική, με σημαντικότερα δείγματα τα τέσσερα μεγάλα ανάκτορα - Κνωσού, Φαιστού, Ζάκρου και Μαλίων-. Δεν πρέπει να παραλείψουμε επίσης το ανακτορικό κτίριο των Αρχανών, το ανάκτορο της Αγίας Τριάδας, τις πλούσιες επαύλεις των αξιωματούχων και των γαιοκτημόνων και τις απλές κατοικίες των αγροτών και των βιοτεχνών.
Οι τοιχογραφίες που κοσμούν τους τοίχους των ανακτόρων και των επαύλεων χρήζουν ιδιαίτερης μνείας. Όταν μετά το 1.700 π.Χ. ξαναχτίστηκαν τα ανάκτορα, τοπογραφήθηκαν με πλούσιες παραστάσεις ανθρώπινων μορφών, τοπίων, ζώων, θρησκευτικών ή νεκρικών πομπών, αθλημάτων κ.ά. Τα χρώματα είναι έντονα και κυριαρχούν το κόκκινο, το κεραμιδί, το κίτρινο, το μαύρο, το γαλάζιο, το πράσινο. Μερικά τμήματα είναι ανάγλυφα με τη χρησιμοποίηση γύψου. Σημαντική επίσης είναι και η αρχιτεκτονική των τάφων καθώς και ο ζωγραφικός διάκοσμος των σαρκοφάγων. Ένα άλλο αντιπροσωπευτικό δημιούργημα της μινωικής τέχνης είναι η κεραμική και η αγγειογραφία. Περίφημα είναι τα καμαραϊκά αγγεία - έτσι ονομάστηκαν από τους αρχαιολόγους γιατί τα πρώτα βρέθηκαν στο σπήλαιο των Καμάρων στην Κεντρική Κρήτη - με τα έντονα χρώματα και τα χαρακτηριστικά μοτίβα, με τις καμπύλες και τα ελικοειδή σχήματα.

Καμαραϊκό ευρύστομο αγγείο απο τη Φαιστό.

Τέλος, η μινωική μικροτεχνία, η μεταλλοτεχνία και η χρυσοχοΐα έχουν να επιδείξουν πλήθος μικρών αριστουργημάτων.
Αγαλμάτια από φαγεντιανή, στεατίτη, πέτρα, ελεφαντοκόκαλο, λατρευτικά αντικείμενα, αγγεία, σκεύη καθημερινής χρήσης, εργαλεία, όπλα, σφραγιδόλιθοι, χρυσά κοσμήματα, όλα δουλεμένα με λεπτομέρεια και μεράκι, δείχνουν ότι οι Μινωίτες τεχνίτες κατείχαν καλά τα μυστικά της τέχνης τους και την υπηρετούσαν τέλεια.

Από τους Δωριείς μέχρι τους Ρωμαίους (1.100 π.Χ. - 330 μ.Χ.)

Κατά τη χρονική περίοδο 1.100 π.Χ. -900 π.Χ. μεταναστεύουν στην Κρήτη Δωριείς από την ηπειρωτική Ελλάδα, καταλαμβάνουν όλο το νησί και αναγκάζουν τους απογόνους των Μινωιτών, που αναφέρονται σαν Ετεοκρήτες, να αποσυρθούν σε ορεινές περιοχές, όπου για αρκετούς αιώνες διατηρούν τα ήθη και τα έθιμα τους. Οι νέοι κάτοικοι φέρνουν μαζί τους, εκτός από τα νέα ήθη (καύση νεκρών, ελληνικό πάνθεο κ.λπ.) και τη χρήση του σιδήρου.

Μαρμάρινο άγαλμα της Θεάς Αφροδίτης, που κρατά μια λεκάνη. Απο τη Γόρτυνα.

Γύρω στο 900 π.Χ. αρχίζουν να δημιουργούνται πόλεις-κράτη κατά το ελληνικό πρότυπο, η δε ζωή οργανώνεται σύμφωνα με το σπαρτιατικό τρόπο, με καθαρά στρατιωτική πειθαρχία. Το πολίτευμα είναι αριστοκρατικό και η νομοθεσία πολύ προηγμένη. Αδιάψευστη μαρτυρία γι' αυτό αποτελεί η περίφημη επιγραφή της Γόρτυνας (6ος αιώνας π.Χ.) - νομικό κείμενο που ρυθμίζει το αστικό δίκαιο - που ήλθε στο φως το 1884.
Από τις τέχνες ανθούν η γλυπτική, η μεταλλοτεχνία και η μικροτεχνία με ανατολικές επιδράσεις.
Το 500 π.Χ. περίπου οι συνεχείς εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των πόλεων κρατών, οι επιδρομές από διάφορους εισβολείς που προέρχονταν από τον ελλαδικό χώρο ή από τα ασιατικά παράλια, και η κάμψη της εμπορικής δραστηριότητας έφεραν τη βαθμιαία παρακμή της Κρήτης.
Κατά την κλασική και ελληνιστική περίοδο (500 π.Χ. - 67 π.Χ.), η Κρήτη βρίσκεται σε αφάνεια. Δεν συμμετέχει ούτε στους Περσικούς ούτε στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και μόνο αργότερα λαβαίνει μέρος στην εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου, υπό το ναύαρχο Νέαρχο. Το 2ο αιώνα π.Χ. επικρατεί μεγάλη αναρχία λόγω της κακοδιοίκησης και των εμφύλιων αναταραχών. Το νησί, εξουθενωμένο από τις εσωτερικές έριδες, γίνεται άντρο πειρατών από την Κιλικία, που μετατρέπουν τα παράλια του σε ορμητήρια για λεηλασίες ρωμαϊκών εδαφών.
Έτσι οι Ρωμαίοι βρίσκουν αφορμή να επιχειρήσουν την κατάκτηση του. Αρχικά δεν επιτυγχάνουν γιατί οι Κρητικοί τώρα ενώνονται, μπρος στον εξωτερικό κίνδυνο, και ανθίστανται σθεναρά. Τέλος, το 67 π.Χ. ολοκληρώθηκε η υποδούλωση της Κρήτης στους Ρωμαίους υπό τον ύπατο Μέτελλο.
Η ρωμαιοκρατία κράτησε μέχρι το 330 μ.Χ. Ο Ρωμαίος διοικητής εγκαταστάθηκε στη Γόρτυνα που ορίστηκε σαν ρωμαϊκή πρωτεύουσα.

Αρχαιολογικός χώρος Γόρτυνας. Ναός Αγίου Τίτου.

Οι Ρωμαίοι επηρέασαν, αλλά, ούτε στο ελάχιστο, δεν έθιξαν την ελληνικότητα του νησιού. Η ελληνική γλώσσα, η θρησκεία, τα ήθη και τα έθιμα διατηρήθηκαν ανέπαφα. Η λατινική γλώσσα επικράτησε μόνο στον τομέα της διοίκησης, ενώ η μεγαλοπρεπής ρωμαϊκή αρχιτεκτονική δηλώνει την παρουσία της με λαμπρά αμφιθέατρα, ναούς, ωδεία, αγορές, λουτρά, Ασκληπιεία, διοικητικά μέγαρα και διάφορα άλλα οικοδομήματα με περίτεχνα ψηφιδωτά που σώζονται σε πολλά σημεία του νησιού.
Κατά τη ρωμαϊκή περίοδο διαδόθηκε ο Χριστιανισμός στην Κρήτη από το μαθητή του Αποστόλου Παύλου, Τίτο, που ίδρυσε την πρώτη εκκλησία.

Βυζαντινοί · Άραβες -Βενετσιάνοι (330 μ.Χ. -1669 μ.Χ.)

Από το 330 μ.Χ. η Κρήτη αποτελεί επαρχία του Βυζαντινού κράτους με έδρα τη Γόρτυνα και με διοικητή Βυζαντινό στρατηγό.
Μέχρι το 824 μ.Χ. διανύει περίοδο ακμής και ευημερίας. Αυτή την εποχή εδραιώνεται η Χριστιανική θρησκεία και χτίζονται πολλές παλαιοχριστιανικές βασιλικές.
Το 824 μΧ. κατακτάται από τους Σαρακηνούς, που την οργάνωσαν σε ανεξάρτητο αραβικό κράτος με κέντρο τον Χάνδακα (Candia - σημερινό Ηράκλειο) και την οχύρωσαν με ισχυρό κάστρο με βαθιά τάφρο γύρω. Η πόλη πήρε το όνομα της από την αραβική λέξη "χάντακ" = τάφρος.
Ο ελληνικός πληθυσμός βυθίστηκε στο σκοτάδι της σκλαβιάς, ενώ οι Άραβες κατακτητές συσσώρευαν αμύθητο πλούτο από τις πειρατικές επιδρομές στις βυζαντινές επαρχίες και το δουλεμπόριο που διεξήγαν. Οι Βυζαντινοί έκαναν αρκετές ανεπιτυχείς επιχειρήσεις για την απελευθέρωση της Κρήτης. Τέλος, ο τότε Βυζαντινός στρατηγός και κατόπιν αυτοκράτορας Νικηφόρος Φωκάς αποβιβάστηκε με ισχυρό στόλο στο νησί (960 μΧ.) και, μετά από αιματηρή πολιορκία που κράτησε αρκετούς μήνες, απελευθέρωσε τον Χάνδακα (961). Στα επόμενα χρόνια και μέχρι το 1204 η πορεία του νησιού είναι ανοδική, το ελληνικό στοιχείο ενισχύεται με χριστιανούς εποίκους από άλλες βυζαντινές επαρχίες και δημιουργούνται οι προϋποθέσεις για πολιτιστική άνθηση, ειρήνη, οικονομική πρόοδο και κοινωνική σταθερότητα.

Η δεύτερη όμως αυτή βυζαντινή περίοδος στην ιστορία της Κρήτης έμελλε ν' ανακοπεί με τη Δ' Σταυροφορία (1204), οπότε καταλύθηκε η Βυζαντινή Αυτοκρατορία και στην Κωνσταντινούπολη εγκαταστάθηκε Λατίνος αυτοκράτορας. Αυτός χάρισε το νησί στον Βονιφάτιο τον Μονφερατικό, που το πούλησε στους Βενετούς αντί ευτελούς τιμής. Το 1210 οι Βενετσιάνοι εδραίωσαν την κυριαρχία τους στο νησί και άρχισαν συστηματικό εποικισμό με εγκατάσταση ευγενών Βενετών και στρατιωτικών. Οι Κρητικοί αντέδρασαν με αλλεπάλληλες επαναστάσεις και τοπικά κινήματα. Σε μια απ' αυτές, οι επαναστάτες, με τη σύμπραξη και πολλών δυσαρεστημένων Ενετών, επικράτησαν και ανακήρυξαν την Κρήτη ανεξάρτητη "Δημοκρατία του Αγίου Τίτου". Σύντομα όμως οι Βενετοί την ανακατέλαβαν. Στα χρόνια που ακολούθησαν, το φεουδαρχικό σύστημα των Βενετών παρακμάζει και δημιουργείται μια νέα, φιλόδοξη αστική τάξη που επιδίδεται με ζήλο στο εμπόριο. Έτσι η οικονομία σημειώνει αξιόλογη πρόοδο και οι τέχνες και τα γράμματα ακμάζουν.
Σημαντική είναι η επίδραση της ιταλικής Αναγέννησης στην αγιογραφία και η δημιουργία της "Κρητικής Σχολής", μιας τάσης που διατηρεί τους βυζαντινούς τύπους, αλλά δανείζεται στοιχεία της ιταλικής ζωγραφικής. Εκπροσωπείται από τους Δαμασκηνό, Θεοφάνη και Δομήνικο Θεοτοκόπουλο (με τα έργα της νεότητας του).
Το Κρητικό θέατρο γνωρίζει μεγάλη άνθηση τους δύο τελευταίους αιώνες της Βενετοκρατίας, με κύριους εκφραστές τον Γεώργιο Χορτάτζη ("Ερωφί-λη", "Πανώρια") και τον Βιντζέντζο Κορνάρο ("θυσία του Αβραάμ" και "Ε-ρωτόκριτος").
Τέλος, η βενετσιάνικη αρχιτεκτονική εκπροσωπείται επάξια με δείγματα διάσπαρτα σ' ολόκληρο το νησί. Μεγάλα οχυρωματικά έργα, λιμάνια, ναοί, μοναστήρια, πλατείες, δημόσια κτίρια σχεδιάστηκαν από Βενετούς αρχιτέκτονες.

Τουρκοκρατία (1669-1898)

Αρκετές ανεπιτυχείς επιδρομές κατά του νησιού είχαν επιχειρήσει οι Τούρκοι κατά τα τελευταία χρόνια της 6ενε-τοκρατίας, με σημαντικότερη εκείνη του Χαϊρεντίν Μπαρμπαρόσα (1538) που προσέκρουσε στην αντίσταση του Χάνδακα και αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τα κατακτημένα εδάφη.
Το 1645 οι Τούρκοι αποβιβάστηκαν στην Κρήτη, μέσα σε δύο χρόνια κατέλαβαν σχεδόν όλα τα οχυρά και στη συνέχεια άρχισαν την πολιορκία του Χάνδακα, που κράτησε 21 χρόνια, αφού οι Έλληνες και οι Βενετοί ενωμένοι αντιστέκονταν σθεναρά.
Τέλος, έπεσε στα χέρια των Τούρκων ο Χάνδακας και μόνο τα Σφακιά έμειναν ελεύθερα, πλήρωναν όμως φόρο υποτέλειας.
Οι Κρητικοί από τα πρώτα χρόνια της τουρκοκρατίας άρχισαν τον κλεφτοπόλεμο και οργάνωσαν πολλές ανεπιτυχείς επαναστάσεις.
Το 1830 η Κρήτη παραχωρήθηκε στην Αίγυπτο και το 1841 περιήλθε και πάλι στους Τούρκους.
Ακολουθεί μια περίοδος αναταραχών με αιματηρές εξεγέρσεις του κρητικού λαού και με αποκορύφωμα την επανάσταση του 1895-96. Τον επόμενο χρόνο, τμήμα ελληνικού στρατού βοηθά τους επαναστάτες στην απελευθέρωση αρκετών επαρχιών. Το νησί συγκλονίζεται από ενωτικά συνθήματα και, με παρέμβαση των Ευρωπαϊκών Δυνάμεων, η Κρήτη ανακηρύσσεται αυτόνομη "Κρητική Πολιτεία" (1898) με ύπατο αρμοστή τον πρίγκιπα Γεώργιο.

Νεότεροι Χρόνοι (1898 μέχρι σήμερα)

Η βαθιά επιθυμία του κρητικού λαού για ένωση με την Ελλάδα πραγματοποιήθηκε αρκετά χρόνια αργότερα και μετά από νέους αγώνες.
Η Κρητική Βουλή ψήφισε επανειλημμένα την ένωση της μεγαλονήσου με την Ελλάδα. Το 1905 έγινε η επανάσταση του Θέρισου με επικεφαλής τον Ελευθέριο Βενιζέλο. Οι επαναστάτες ανάγκασαν τον Γεώργιο να παραιτηθεί, κατάργησαν το θεσμό της Αρμοστείας και κήρυξαν την ένωση (1908). Οι Ευρωπαϊκές Δυνάμεις απέσυραν τα στρατεύματα τους. Η ένωση πραγματοποιήθηκε επίσημα μετά το τέλος των Βαλκανικών Πολέμων (1912-1913) με την υπογραφή της Συνθήκης του Λονδίνου (17/30 Μαίου 1913).
Από τότε το νησί ακολούθησε τις τύχες της ελεύθερης Ελλάδας. Το 1923, μετά τον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο και τη συμφωνία περί ανταλλαγής πληθυσμών, οι μουσουλμάνοι της Κρήτης ανταλλάχτηκαν με Έλληνες πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία.
Στις 20 Μαΐου του 1941, οι Γερμανοί, αφού είχαν καταλάβει την ηπειρωτική Ελλάδα, εξαπέλυσαν συντονισμένες αποβατικές επιχειρήσεις από αέρα και θάλασσα για την κατάληψη του νησιού που κράτησαν ως τις 28 Μαΐου, οπότε έγινε η γερμανική απόβαση. Είναι η γνωστή "Μάχη της Κρήτης", μία από τις πιο ηρωικές του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, στην οποία μαζί με τους Έλληνες στρατιώτες, πολέμησαν Βρετανοί, Αυστραλοί, Νεοζηλανδοί και μεγάλος αριθμός άμαχου πληθυσμού.
Κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής οι Κρητικοί οργάνωσαν γενναίο αντιστασιακό αγώνα.
Μετά το τέλος του πολέμου και την αποχώρηση των Γερμανών αρχίζει για το νησί περίοδος ανασυγκρότησης και προόδου, έτσι ώστε η Κρήτη σήμερα να είναι ένα από τα πλέον ευημερούντα τμήματα της ελληνικής επικράτειας σε αρκετούς τομείς (γεωργία, τουρισμός, γράμματα).

 

 

web development and hosting by Hostsun Web Services